Ο αυτόματος έλεγχος απόστασης (Automatic Distance Control, ADC) είναι σύστημα υποβοήθησης οδηγού που διατηρεί την επιλεγμένη απόσταση ασφαλείας από το προπορευόμενο όχημα, διαχειριζόμενο αυτόματα την ταχύτητα του αυτοκινήτου. Πρόκειται ουσιαστικά για μια μορφή προσαρμοζόμενου cruise control: αντί να κρατά απλώς σταθερή ταχύτητα, όπως το συμβατικό σύστημα, παρακολουθεί τον δρόμο μπροστά και επιβραδύνει ή επιταχύνει ώστε να διατηρεί σταθερό το διάκενο. Η ονομασία συνδέεται κυρίως με τα συστήματα ραντάρ που εμφανίστηκαν σε πολυτελή μοντέλα από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 και μετά, όταν η τεχνολογία αισθητήρων κατέστησε για πρώτη φορά εφικτή την αυτοματοποιημένη τήρηση αποστάσεων σε αυτοκίνητα παραγωγής.
Το σύστημα «βλέπει» τον δρόμο μέσω ραντάρ στραμμένου προς τα εμπρός, τοποθετημένου συνήθως πίσω από τη μάσκα ή το σήμα του αυτοκινήτου, ενώ σε μεταγενέστερες σχεδιάσεις συμπληρώνεται ή αντικαθίσταται από κάμερα ή lidar. Το ραντάρ εκπέμπει μικροκυματικά σήματα και μετρά τις ανακλάσεις από τα αντικείμενα μπροστά, υπολογίζοντας τόσο την απόσταση από το προπορευόμενο όχημα όσο και τον ρυθμό με τον οποίο αυτή μειώνεται. Μια μονάδα ελέγχου συνδυάζει τις πληροφορίες αυτές με την ταχύτητα και το διάκενο που έχει ορίσει ο οδηγός και δίνει εντολές στο γκάζι και, όπου προβλέπεται, στα φρένα, ώστε να διατηρείται η επιθυμητή απόσταση. Όταν ο δρόμος ανοίξει, το αυτοκίνητο επιταχύνει ομαλά πίσω στην προεπιλεγμένη ταχύτητα πορείας.
Η πρακτική αξία του φαίνεται κυρίως στους αυτοκινητόδρομους και στις οδούς ταχείας κυκλοφορίας, όπου η κίνηση ρέει γρήγορα αλλά σπάνια με απολύτως σταθερό ρυθμό. Αντί να ακυρώνει και να επανενεργοποιεί συνεχώς το συμβατικό cruise control καθώς το προπορευόμενο όχημα επιταχύνει και επιβραδύνει, ο οδηγός αφήνει το σύστημα να απορροφά αυτές τις διακυμάνσεις, κάτι που μειώνει την κόπωση στα μεγάλα ταξίδια και βοηθά στην τήρηση σταθερής, ασφαλούς απόστασης. Το επιλεγόμενο διάκενο, που προσφέρεται συνήθως σε δύο ή τρία επίπεδα, επιτρέπει στον οδηγό να ορίσει μικρότερο ή μεγαλύτερο περιθώριο ανάλογα με τις συνθήκες.
Ο έλεγχος απόστασης αυτού του τύπου αποτελεί τον εννοιολογικό πρόγονο και στενό συγγενή του Distronic της Mercedes-Benz και του προσαρμοζόμενου cruise control που συναντάται σήμερα σε ολόκληρη την αυτοκινητοβιομηχανία. Τα πρώτα συστήματα μπορούσαν να ρυθμίζουν την ταχύτητα μόνο έως ένα κατώτατο όριο και επέστρεφαν τον έλεγχο στον οδηγό κάτω από αυτό, ενώ οι σύγχρονες εκδόσεις stop-and-go ακινητοποιούν πλήρως το αυτοκίνητο σε ουρές κυκλοφορίας και ξεκινούν ξανά. Οι αισθητήρες έχουν επίσης εξελιχθεί, επιτρέποντας στενότερη ενσωμάτωση με την προειδοποίηση σύγκρουσης και την αυτόματη πέδηση έκτακτης ανάγκης που μοιράζονται το ίδιο ραντάρ.
Είναι σημαντικό να γίνονται κατανοητά τα όρια του συστήματος. Ο αυτόματος έλεγχος απόστασης ρυθμίζει την απόσταση και την ταχύτητα, αλλά δεν διορθώνει την πορεία του τιμονιού και δεν υποκαθιστά τον προσεκτικό οδηγό. Το ραντάρ μπορεί να «μπερδευτεί» από ακίνητα αντικείμενα, κλειστές στροφές, κακοκαιρία ή οχήματα που παρεμβάλλονται απότομα, οπότε ενδέχεται να μην αντιδράσει επαρκώς σε κίνδυνο που δεν μπορεί να ερμηνεύσει. Οι περισσότεροι κατασκευαστές το παρουσιάζουν επομένως ως σύστημα άνεσης που απαιτεί διαρκή επιτήρηση, με τον οδηγό να παραμένει υπεύθυνος για το όχημα και έτοιμος να φρενάρει ή να διορθώσει την πορεία ανά πάσα στιγμή.
- Σύστημα με ραντάρ που διατηρεί προκαθορισμένη απόσταση από το προπορευόμενο όχημα
- Ρυθμίζει αυτόματα την ταχύτητα ώστε να τηρείται το διάκενο
- Αποτελεί μορφή προσαρμοζόμενου cruise control
- Συγγενεύει με το Distronic της Mercedes· απαιτεί επιτήρηση από τον οδηγό