Το αυτόματο μπλοκέ διαφορικό, με τη συντομογραφία ALD, είναι ένα διαφορικό που μπορεί από μόνο του να συνδέσει άκαμπτα τους δύο τροχούς ενός άξονα μεταξύ τους όταν αντιληφθεί ότι ο ένας χάνει την πρόσφυσή του, και να τους απελευθερώσει ξανά μόλις το κράτημα αποκατασταθεί. Κλειδώνοντας τον άξονα, αναγκάζει και τους δύο τροχούς να περιστρέφονται με την ίδια ταχύτητα, εξασφαλίζοντας ότι ακόμη και ένας τροχός με ελάχιστη πρόσφυση παίρνει κίνηση — ακριβώς αυτό που χρειάζεται για να συνεχιστεί η πορεία σε τραχύ, χαλαρό ή ολισθηρό έδαφος.
Μηχανικά, τα διαφορικά αυτά χτίζονται συνήθως γύρω από έναν μηχανισμό που αντιδρά στη διαφορά στροφών των τροχών ή στη ροπή. Μια συνηθισμένη σχεδίαση χρησιμοποιεί έκκεντρα με ελατήρια και συμπλέκτη ή φυγοκεντρικό ρυθμιστή: στη σταθερή οδήγηση η μονάδα συμπεριφέρεται ως ελεύθερο διαφορικό, αλλά μόλις ο ένας τροχός επιταχύνει σε σχέση με τον άλλο, τα εσωτερικά έκκεντρα ανεβαίνουν στις ράμπες τους και εμπλέκονται, κλειδώνοντας τις δύο πλευρές. Άλλες υλοποιήσεις είναι ευαίσθητες στην ταχύτητα και εμπλέκονται μόνο κάτω από ορισμένη διαφορά στροφών, ή ευαίσθητες στη ροπή και αντιδρούν στο φορτίο που ασκείται, αλλά σε κάθε περίπτωση η εμπλοκή γίνεται αυτόματα και δεν απαιτεί καμία ενέργεια από τον οδηγό.
Το κεντρικό πλεονέκτημα είναι ότι το διαφορικό προσφέρει το καλύτερο και από τις δύο συμπεριφορές χωρίς συμβιβασμό από την πλευρά του οδηγού. Στη συνηθισμένη οδήγηση στον δρόμο επιτρέπει στον εσωτερικό και στον εξωτερικό τροχό να περιστρέφονται με τις φυσιολογικά διαφορετικές ταχύτητές τους μέσα στη στροφή, οπότε το αυτοκίνητο στρίβει καθαρά και τα ελαστικά δεν τρίβονται ούτε σφίγγουν. Μόλις ένας τροχός ολισθήσει — σε λασπωμένο χωματόδρομο, σε χιονισμένη πλαγιά ή σε αυλακωμένο μονοπάτι — κλειδώνει για να αποδώσει τη μέγιστη πρόσφυση, και στη συνέχεια ξεκλειδώνει ώστε να αποκατασταθεί η ομαλή συμπεριφορά στις στροφές όταν βελτιωθεί η επιφάνεια.
Αυτή η αυτόματη λειτουργία το διακρίνει από το χειροκίνητα επιλεγόμενο μπλοκέ διαφορικό, το οποίο ο οδηγός πρέπει να εμπλέκει και να απεμπλέκει συνειδητά και το οποίο μπορεί να αποδειχθεί επικίνδυνο ή αδύνατο στη χρήση πάνω σε άσφαλτο με καλή πρόσφυση, αφού ο κλειδωμένος άξονας αντιστέκεται στο στρίψιμο. Διαφέρει επίσης από το διαφορικό περιορισμένης ολίσθησης, που δεν κλειδώνει ποτέ πλήρως αλλά περιορίζει προοδευτικά τη διαφορά στροφών ανάμεσα στους τροχούς· το αυτόματο μπλοκέ προχωρά σε πλήρες κλείδωμα όταν χρειάζεται, προσφέροντας πιο αποφασιστική πρόσφυση με κάποιο τίμημα σε φινέτσα.
Υπάρχουν πρακτικοί συμβιβασμοί που πρέπει να γίνουν κατανοητοί. Το κλείδωμα και το ξεκλείδωμα μπορεί να γίνουν αισθητά με έναν χαρακτηριστικό γδούπο, ένα κλανκ ή ένα στιγμιαίο σφίξιμο του τιμονιού, ιδίως όταν η μονάδα εμπλέκεται ή απεμπλέκεται μέσα σε στροφή, ενώ η απότομη απόδοση πλήρους πρόσφυσης μπορεί να μοιάζει άξεστη σε σύγκριση με ένα ομαλότερο διαφορικό περιορισμένης ολίσθησης. Ο μηχανισμός προσθέτει επίσης πολυπλοκότητα και επιφάνειες φθοράς στο εσωτερικό του άξονα, ενώ σε κλειστές στροφές με υψηλή πρόσφυση ένα άκαιρο κλείδωμα μπορεί να ταράξει στιγμιαία την τροχιά του αυτοκινήτου.
Το αυτόματο μπλοκέ διαφορικό ανήκει στην ευρύτερη οικογένεια των μπλοκέ διαφορικών, από τα οποία διαφέρει κυρίως στο ότι ενεργοποιείται μόνο του, και αποτελεί πιο αποφασιστική εναλλακτική απέναντι στο διαφορικό περιορισμένης ολίσθησης. Ως παραλλαγή του βασικού διαφορικού, βρίσκει το φυσικό του περιβάλλον στα τετρακίνητα και στα εκτός δρόμου οχήματα, όπου η δυνατότητα να κλειδώνει ένας άξονας όταν χρειάζεται και να ξεκλειδώνει χωρίς τη φροντίδα του οδηγού είναι πραγματικά χρήσιμη.
- Κλειδώνει αυτόματα τους τροχούς ενός άξονα μεταξύ τους όταν υπάρξει ολίσθηση
- Λειτουργεί ως κανονικό διαφορικό στη συνηθισμένη οδήγηση
- Μεγιστοποιεί την πρόσφυση σε τραχύ ή ολισθηρό έδαφος
- Ξεκλειδώνει μόνο του όταν επανέλθει το κράτημα