Η διακοπή παροχής καυσίμου, γνωστή και ως διακοπή ψεκασμού στην επιβράδυνση ή λειτουργία overrun, είναι μια λειτουργία διαχείρισης του κινητήρα που σταματά εντελώς τον ψεκασμό καυσίμου όταν ο οδηγός αφήνει το πεντάλ του γκαζιού ενώ το αυτοκίνητο βρίσκεται σε ταχύτητα και εξακολουθεί να κινείται. Σε αυτή την κατάσταση ο κινητήρας δεν χρειάζεται δικό του καύσιμο: τον περιστρέφουν οι τροχοί μέσω του κιβωτίου ταχυτήτων, οπότε η μονάδα διαχείρισης απλώς κλείνει τους εγχυτήρες και αφήνει την αδράνεια του οχήματος να τον κρατά σε λειτουργία. Η λειτουργία υπάρχει για να εξοικονομεί καύσιμο και να μειώνει τις εκπομπές στις πολλές στιγμές της καθημερινής οδήγησης όπου δεν ζητείται ισχύς.
Ο μηχανισμός ελέγχεται εξ ολοκλήρου από τη μονάδα ελέγχου του κινητήρα, που παρακολουθεί συνεχώς τη θέση της πεταλούδας, τις στροφές του κινητήρα και την ταχύτητα του οχήματος. Όταν εντοπίζει κλειστή πεταλούδα μαζί με στροφές αρκετά πάνω από το ρελαντί και το όχημα να κινείται με ταχύτητα επιλεγμένη, διακόπτει εντελώς τον ψεκασμό. Επειδή το σύστημα μετάδοσης είναι μηχανικά συνδεδεμένο με τους τροχούς, ο κινητήρας συνεχίζει να περιστρέφεται χωρίς καύση και το αυτοκίνητο κινείται μπροστά χωρίς να καίει σταγόνα καυσίμου. Μόλις ο οδηγός πατήσει ξανά το γκάζι, ή μόλις οι στροφές πέσουν προς το ρελαντί, ο ψεκασμός επανέρχεται ομαλά για να μη σβήσει ο κινητήρας.
Το πρακτικό όφελος γίνεται φανερό σε μια κατηφόρα ή κατά την προσέγγιση μιας διασταύρωσης με το αυτοκίνητο σε ταχύτητα. Σε όλη αυτή τη φάση ο κινητήρας καταναλώνει μηδέν καύσιμο, γι' αυτό και η ένδειξη κατανάλωσης σε πραγματικό χρόνο συχνά δείχνει 0,0 L/100 km ή άπειρα mpg κατά το overrun. Αυτό είναι πραγματικά πιο οικονομικό από την κίνηση με νεκρά, συνήθεια που κάποιοι παλαιότεροι οδηγοί ακόμη προτιμούν, γιατί στο νεκρό ο κινητήρας πρέπει να τροφοδοτείται με λίγο καύσιμο για να κρατά το ρελαντί. Το να παραμένει κανείς σε ταχύτητα αφήνοντας τη διακοπή παροχής να ενεργοποιηθεί εξοικονομεί επομένως περισσότερο καύσιμο από την ελεύθερη κίνηση.
Η διακοπή παροχής καυσίμου είναι στενά συνδεδεμένη με το φρενάρισμα με τον κινητήρα. Με κλειστή πεταλούδα και χωρίς καύση, οι εσωτερικές απώλειες άντλησης και η συμπίεση του κινητήρα παράγουν μια ανασταλτική δύναμη που βοηθά στην επιβράδυνση του αυτοκινήτου, με το φαινόμενο να είναι ισχυρότερο σε χαμηλότερη σχέση. Τα δύο φαινόμενα είναι στην ουσία δύο όψεις της ίδιας κατάστασης: ο κινητήρας ταυτόχρονα εξοικονομεί καύσιμο και προσφέρει πέδηση κατά το overrun. Η επιλογή χαμηλότερης σχέσης σε μια μεγάλη κατηφόρα ενισχύει έτσι ταυτόχρονα τον έλεγχο και την οικονομία.
Υπάρχουν λογικά όρια στη λειτουργία. Ο ψεκασμός επανέρχεται καθώς οι στροφές πέφτουν προς το ρελαντί ώστε να μη σβήσει ο κινητήρας, ενώ τα σύγχρονα συστήματα εξομαλύνουν τη μετάβαση τόσο ώστε ο οδηγός να μην αντιλαμβάνεται τίποτα. Στα οχήματα με αυτόματο κιβώτιο η ίδια αρχή ισχύει μέσω της διαχείρισης του μετατροπέα ροπής και της επιλογής σχέσης.
Η λειτουργία είναι φυσικό παράγωγο του σύγχρονου ηλεκτρονικού ψεκασμού καυσίμου, που δίνει στη μονάδα διαχείρισης ακριβή, στιγμιαίο έλεγχο κάθε εγχυτήρα. Σχετίζεται στενά με το φρενάρισμα με τον κινητήρα, με τον ψεκασμό καυσίμου γενικά και με τη συνολική κατανάλωση, συμβάλλοντας διακριτικά αλλά σταθερά στην απόδοση κάθε διαδρομής.
- Σταματά τον ψεκασμό όταν αφήνεις το γκάζι με ταχύτητα και κίνηση
- Η κίνηση σε ταχύτητα τότε χρησιμοποιεί μηδέν καύσιμο
- Πιο οικονομικό από το νεκρό (που καίει καύσιμο στο ρελαντί)
- Ο ψεκασμός επανέρχεται κοντά στο ρελαντί ή με το γκάζι