Οι υδραυλικοί ωστήρες βαλβίδων, γνωστοί και ως υδραυλικά καπελάκια ή υδραυλικοί ρυθμιστές διάκενου, είναι μικρά αυτορυθμιζόμενα εξαρτήματα μέσα στο σύστημα μετάδοσης κίνησης των βαλβίδων που διατηρούν αυτόματα στο μηδέν το διάκενο ανάμεσα στον εκκεντροφόρο και τις βαλβίδες. Υπάρχουν για να λύσουν ένα πρόβλημα εγγενές σε κάθε κινητήρα με βαλβίδες τύπου μανιταριού: τα μεταλλικά μέρη του μηχανισμού διαστέλλονται καθώς θερμαίνονται και φθείρονται σταδιακά με τον χρόνο, οπότε ένα σταθερό διάκενο ρυθμισμένο σε ψυχρή κατάσταση μεταβάλλεται κατά τη λειτουργία. Χωρίς αντιστάθμιση, ένα πολύ μικρό διάκενο μπορεί να κρατά μια βαλβίδα ανοιχτή και να την κάψει, ενώ ένα υπερβολικό διάκενο προκαλεί θορυβώδη και αναποτελεσματική λειτουργία.
Κάθε ρυθμιστής περιέχει ένα μικρό έμβολο και μια βαλβίδα αντεπιστροφής μέσα σε ένα σώμα που τροφοδοτείται από το λάδι του κινητήρα υπό πίεση. Όταν η βαλβίδα που εξυπηρετεί είναι κλειστή και υπάρχει τζόγος στον μηχανισμό, το λάδι εισρέει στον θάλαμο κάτω από το έμβολο και ένα ελαφρύ εσωτερικό ελατήριο σπρώχνει το έμβολο προς τα έξω μέχρι να μηδενιστεί κάθε διάκενο. Η βαλβίδα αντεπιστροφής παγιδεύει τότε αυτό το λάδι, έτσι ώστε όταν η καμπύλη του εκκέντρου πιέζει προς τα κάτω, η παγιδευμένη στήλη λαδιού να λειτουργεί σαν σχεδόν συμπαγής σύνδεσμος και να μεταφέρει την κίνηση ανύψωσης στη βαλβίδα. Μια ελάχιστη, ελεγχόμενη ποσότητα λαδιού διαφεύγει υπό φορτίο και αναπληρώνεται στον επόμενο κύκλο, επιτρέποντας στο εξάρτημα να παρακολουθεί διαρκώς τις μεταβολές του διάκενου.
Το πιο εμφανές όφελος είναι η κατάργηση της περιοδικής χειροκίνητης ρύθμισης των βαλβίδων, μιας εργασίας ρουτίνας στους παλαιότερους κινητήρες που απαιτούσε αφαίρεση του καπακιού των εκκεντροφόρων, μέτρηση κάθε διάκενου με φίλερ και τοποθέτηση ροδελών ή ρύθμιση βιδών σε καθορισμένα διαστήματα σέρβις. Καταργώντας αυτό το βάρος συντήρησης, ο σχεδιασμός μειώνει το κόστος λειτουργίας και τον κίνδυνο μιας λανθασμένα ρυθμισμένης βαλβίδας. Επειδή το διάκενο μηδενίζεται πάντα με ακρίβεια, ο μηχανισμός λειτουργεί επίσης πιο αθόρυβα και με λιγότερες μηχανικές κρούσεις, κάτι που μειώνει τη φθορά στα έκκεντρα και στα άκρα των βαλβίδων και συμβάλλει σε ομαλότερη, πιο εκλεπτυσμένη λειτουργία.
Οι υδραυλικοί ρυθμιστές εμφανίζονται σε διάφορες μορφές ανάλογα με τη διάταξη του κινητήρα. Άλλοι βρίσκονται απευθείας κάτω από τον εκκεντροφόρο ως ωστήρες τύπου κυπέλλου, άλλοι αποτελούν τον άξονα περιστροφής ενός κωβαλέτου ή κουμπωτού μοχλού, ενώ σε κινητήρες με ωστικές ράβδους στεγάζονται στον ωστήρα που κυλά πάνω στο έκκεντρο. Όλοι λειτουργούν με την ίδια αρχή της πίεσης λαδιού, και η συμπεριφορά τους συνδέεται επομένως άμεσα με την κατάσταση του συστήματος λίπανσης.
Η χαρακτηριστική αδυναμία τους είναι ένας θόρυβος τικ-τικ ή χτυπήματος, που ακούγεται συχνότερα σε ψυχρή εκκίνηση ή αφού ο κινητήρας έχει μείνει ακίνητος. Αυτό συνήθως σημαίνει ότι ένας ρυθμιστής έχει αδειάσει και δεν έχει ξαναγεμίσει ακόμη, ή ότι το λάδι που τον τροφοδοτεί είναι ακάθαρτο, λάθος τύπου ή πολύ λίγο. Το λάδι με λάσπη μπορεί να βουλώσει τους λεπτούς αγωγούς και να εμποδίσει εντελώς την πλήρωση ενός ρυθμιστή, αφήνοντάς τον μόνιμα θορυβώδη. Οι τακτικές αλλαγές λαδιού και φίλτρου με τη σωστή προδιαγραφή είναι ο απλούστερος τρόπος να παραμένουν αθόρυβοι, καθώς η αξιοπιστία τους εξαρτάται απόλυτα από καθαρό λάδι με σωστή πίεση που φτάνει στην κεφαλή του κινητήρα.
- Αξιοποιούν την πίεση του λαδιού για να κρατούν το διάκενο των βαλβίδων στο μηδέν
- Καταργούν την περιοδική χειροκίνητη ρύθμιση των βαλβίδων
- Κάνουν τον μηχανισμό βαλβίδων πιο αθόρυβο και ομαλό
- Μπορεί να χτυπούν αν το λάδι είναι ακάθαρτο ή λίγο