Με τον όρο jounce περιγράφεται στην τεχνική ορολογία η ανοδική, συμπιεστική κίνηση της ανάρτησης ενός οχήματος, η οποία συμβαίνει όταν ο τροχός συναντά ανωμαλία του οδοστρώματος και ωθείται προς τα πάνω, προς το αμάξωμα. Πρόκειται για το ένα από τα δύο σκέλη του διαρκούς κατακόρυφου διαλόγου ανάμεσα στον δρόμο και στο αυτοκίνητο: καθώς το ελαστικό περνά πάνω από σαμαράκι, χείλος λακκούβας ή κράσπεδο, ο τροχός κινείται ανοδικά σε σχέση με το πλαίσιο, συμπιέζοντας το ελατήριο και σπρώχνοντας την ανάρτηση προς τον αναστολέα συμπίεσης (bump stop). Ο όρος αναφέρεται ειδικά σε αυτή τη φάση συμπίεσης, σε αντιδιαστολή με την έκταση που ακολουθεί.
Από μηχανική σκοπιά, η συμπίεση φορτίζει το ελατήριο και συγκρατείται από το αμορτισέρ. Όταν ο τροχός ανεβαίνει, το ελικοειδές ελατήριο ή η σούστα συμπιέζεται και αποθηκεύει ενέργεια, ενώ το αμορτισέρ, μέσω του εμβόλου και των βαλβίδων του, ελέγχει την ταχύτητα της συμπίεσης εξαναγκάζοντας το υδραυλικό υγρό να περάσει από στενά περάσματα. Οι μηχανικοί ρυθμίζουν ξεχωριστά τη συμπεριφορά του αμορτισέρ στη συμπίεση και στην επαναφορά, επειδή οι δυνάμεις και η ιδανική απόκριση διαφέρουν σε κάθε κατεύθυνση. Η απόσβεση συμπίεσης ρυθμίζεται κατά κανόνα πιο μαλακή από την απόσβεση επαναφοράς, ώστε ο τροχός να απορροφά ένα απότομο χτύπημα χωρίς να μεταφέρει σκληρό τράνταγμα στην καμπίνα, ενώ η πιο σφιχτή επαναφορά εμποδίζει την αποθηκευμένη ενέργεια του ελατηρίου να εκτινάξει βίαια το αμάξωμα προς τα πάνω αμέσως μετά.
Η διάκριση έχει σημασία, γιατί συμπίεση και επαναφορά καθορίζουν τόσο την άνεση όσο και το κράτημα. Σωστά μελετημένος έλεγχος της συμπίεσης επιτρέπει στον τροχό να ακολουθεί το οδόστρωμα, απορροφώντας τα χτυπήματα ώστε το αμάξωμα να μένει ήρεμο και το ελαστικό να διατηρεί την πρόσφυσή του. Με υπερβολικά λίγη ενδοτικότητα, κάθε αρμός γίνεται αισθητός σαν γκελ· με υπερβολικά πολλή, η ανάρτηση εξαντλεί πολύ εύκολα τη διαδρομή της και τερματίζει στον αναστολέα με δυσάρεστο χτύπημα. Το διαθέσιμο περιθώριο ανοδικής κίνησης ονομάζεται διαδρομή συμπίεσης και περιορίζεται σκόπιμα από τον αναστολέα, ένα τακάκι από καουτσούκ ή πολυουρεθάνη που σκληραίνει προοδευτικά και τελικά σταματά τον τροχό πριν η ανάρτηση φτάσει σε σκληρό μηχανικό όριο.
Η αντίθετη φάση είναι η επαναφορά (rebound), η καθοδική έκταση της ανάρτησης καθώς ο τροχός απομακρύνεται από το αμάξωμα μέσα σε ένα βαθούλωμα ή επανέρχεται μετά από εξόγκωμα. Μία ανωμαλία πυροδοτεί συνήθως μια φάση συμπίεσης που ακολουθείται αμέσως από φάση επαναφοράς, και δουλειά του αμορτισέρ είναι να απορροφήσει την ενέργεια και των δύο, ώστε η ταλάντωση να σβήσει γρήγορα αντί το αμάξωμα να συνεχίσει να χοροπηδά.
Στην πράξη, η έννοια ενδιαφέρει κυρίως όποιον ασχολείται με τη ρύθμιση μιας ανάρτησης, είτε πρόκειται για αυτοκίνητο δρόμου με προτεραιότητα στην ποιότητα κύλισης, είτε για αυτοκίνητο πίστας με έμφαση στον έλεγχο, είτε για επαγγελματικό όχημα που πρέπει να αντέχει βαριά φορτία τα οποία συμπιέζουν τα ελατήρια. Η κατανόηση της συμπίεσης σε συνδυασμό με την επαναφορά, τη διαδρομή της ανάρτησης και τον ρόλο του αναστολέα είναι θεμελιώδης για να καταλάβει κανείς πώς «πατάει» ένα αυτοκίνητο — και γιατί μια ανάρτηση που δείχνει βελούδινη στις μικρές ατέλειες μπορεί να χτυπά σκληρά όταν εξαντληθεί η διαδρομή συμπίεσής της.
- Η ανοδική, συμπιεστική κίνηση της ανάρτησης
- Συμβαίνει όταν ο τροχός συναντά ανωμαλία του δρόμου
- Το αντίθετο της επαναφοράς (rebound — καθοδική έκταση)
- Αποσβένεται ξεχωριστά από την επαναφορά και περιορίζεται από αναστολέα συμπίεσης