Το Επίπεδο 1 αυτοματοποίησης είναι η πρώτη βαθμίδα πάνω από ένα καθαρά χειροκίνητο αυτοκίνητο στην εξάβαθμη κλίμακα που ορίζει ο SAE στο πρότυπο J3016, το πλαίσιο που έχουν πλέον υιοθετήσει ρυθμιστικές αρχές και κατασκευαστές παγκοσμίως. Σε αυτό το επίπεδο ένα μεμονωμένο σύστημα υποβοήθησης αναλαμβάνει τον συνεχή έλεγχο ενός άξονα του έργου της οδήγησης — είτε του πλευρικού (τιμόνεμα) είτε του διαμήκους (επιτάχυνση και πέδηση) — ενώ ο άνθρωπος οδηγός εξακολουθεί να εκτελεί όλα τα υπόλοιπα. Υφίσταται επειδή τα επιμέρους ηλεκτρονικά βοηθήματα ωρίμασαν πολύ πριν μπορέσει οποιοδήποτε αυτοκίνητο να τα συνδυάσει, και σηματοδοτεί το σημείο όπου το όχημα περνά από την απλή προειδοποίηση του οδηγού στην πραγματική εκτέλεση μέρους του βρόχου ελέγχου.
Η καθοριστική τεχνική διάκριση είναι ότι το σύστημα διαχειρίζεται έναν βαθμό ελευθερίας, όχι και τους δύο. Ο προσαρμοστικός έλεγχος ταχύτητας (adaptive cruise control) είναι το κλασικό διάμηκες παράδειγμα: ένα ραντάρ ή μια κάμερα μετρά την απόσταση από το προπορευόμενο όχημα και το αυτοκίνητο ρυθμίζει το γκάζι και τα φρένα ώστε να διατηρεί καθορισμένη ταχύτητα και απόσταση ασφαλείας, ενώ ο οδηγός εξακολουθεί να τιμονεύει. Η υποβοήθηση διατήρησης ή κεντραρίσματος λωρίδας είναι το πλευρικό αντίστοιχο: μια μπροστινή κάμερα διαβάζει τις διαγραμμίσεις και εφαρμόζει μικρές διορθώσεις στο τιμόνι ώστε το αυτοκίνητο να παραμένει ανάμεσά τους, ενώ ο οδηγός παραμένει υπεύθυνος για την ταχύτητα. Καθένα αξιοποιεί την ίδια συστοιχία αισθητήρων — ραντάρ, μονές ή στερεοσκοπικές κάμερες, ενίοτε υπερήχους — αλλά ενεργεί σε μία μόνο έξοδο ελέγχου.
Για τον οδηγό, το πρακτικό όφελος είναι μια ουσιαστική μείωση του φόρτου σε μακρινά, μονότονα ταξίδια. Η διατήρηση σταθερής ταχύτητας στην κίνηση του αυτοκινητόδρομου ή οι αδιάκοπες μικρορυθμίσεις για να μένει το όχημα κεντραρισμένο στη λωρίδα είναι ακριβώς το είδος της επαναλαμβανόμενης εργασίας που φθείρει την προσοχή με τον χρόνο, και η εκχώρηση της μίας από αυτές αφήνει τον οδηγό να συγκεντρωθεί στην υπόλοιπη. Το αντιστάθμισμα είναι ότι η ευθύνη δεν μετατοπίζεται καθόλου: ο άνθρωπος εξακολουθεί να οδηγεί, παραμένει νομικά και πρακτικά στον έλεγχο και οφείλει να παρακολουθεί διαρκώς τη συμπεριφορά του συστήματος.
Το όριο με τα γειτονικά επίπεδα είναι ευδιάκριτο και αξίζει να γίνει κατανοητό. Από κάτω, τα συστήματα Επιπέδου 0 μπορεί να προειδοποιούν, να αναβοσβήνουν ή ακόμη και να φρενάρουν στιγμιαία, αλλά ποτέ δεν διατηρούν τον έλεγχο του τιμονιού ή της ταχύτητας. Από πάνω, το κατώφλι προς το Επίπεδο 2 υπερβαίνεται τη στιγμή που ένα μόνο σύστημα, ή δύο που λειτουργούν συντονισμένα, ελέγχει ταυτόχρονα τιμόνι και ταχύτητα — για παράδειγμα ο προσαρμοστικός έλεγχος ταχύτητας σε συνδυασμό με ενεργό κεντράρισμα λωρίδας. Τίποτε άλλο δεν αλλάζει σε αυτό το βήμα ως προς τις υποχρεώσεις του οδηγού· αλλάζει μόνο ο αριθμός των αξόνων υπό αυτόματο έλεγχο.
Στην πράξη, οι λειτουργίες του Επιπέδου 1 είναι πλέον σχεδόν πανταχού παρούσες και συχνά αποτελούν τα δομικά στοιχεία που προωθούνται υπό ευρύτερες εμπορικές ονομασίες. Ο αγοραστής πρέπει να διαβάζει τα ψιλά γράμματα και όχι το σήμα: ένα αυτοκίνητο που διαφημίζεται με προσαρμοστικό έλεγχο ταχύτητας και διατήρηση λωρίδας μαζί ενδέχεται να τα ενεργοποιεί μόνο το ένα κάθε φορά, μένοντας σταθερά στο Επίπεδο 1, ή να τα συνδυάζει σε εμπειρία Επιπέδου 2. Το επίπεδο περιγράφει τη δυνατότητα και τον καταμερισμό της εργασίας, όχι τη μάρκα, και παραμένει το θεμέλιο πάνω στο οποίο χτίζεται κάθε ανώτερη βαθμίδα υποβοήθησης οδηγού.
- Ένα σύστημα ελέγχει συνεχώς τιμόνι Ή ταχύτητα, όχι και τα δύο
- Π.χ. μόνο προσαρμοστικός έλεγχος ταχύτητας, ή μόνο διατήρηση λωρίδας
- Ο οδηγός κάνει όλα τα υπόλοιπα και παραμένει υπεύθυνος
- Γίνεται Επίπεδο 2 όταν ένα σύστημα κάνει και τα δύο ταυτόχρονα