Η πίσω κίνηση, διεθνώς γνωστή με τη συντομογραφία RWD (rear-wheel drive), είναι η διάταξη στην οποία η ισχύς του κινητήρα μεταφέρεται στους πίσω τροχούς, αφήνοντας τους εμπρός ελεύθερους να επικεντρωθούν αποκλειστικά στο κατευθυντήριο έργο τους. Πρόκειται για την κλασική αρχιτεκτονική του αυτοκινήτου, κυρίαρχη στο πρώτο μισό του εικοστού αιώνα και προτιμώμενη ακόμη και σήμερα σε οχήματα επιδόσεων, πολυτελείας και μεταφοράς φορτίων. Διαχωρίζοντας τις εργασίες της κίνησης και της διεύθυνσης ανάμεσα στους δύο άξονες, η πίσω κίνηση επιτρέπει σε κάθε ζεύγος τροχών να κάνει καλά μία δουλειά αντί για δύο ταυτόχρονα.
Σε ένα τυπικό πισωκίνητο αυτοκίνητο, ο κινητήρας βρίσκεται μπροστά και στέλνει τη ροπή προς τα πίσω μέσω του κιβωτίου ταχυτήτων και ενός κεντρικού άξονα μετάδοσης σε ένα διαφορικό τοποθετημένο στον πίσω άξονα, το οποίο με τη σειρά του κινεί τους πίσω τροχούς. Η διάταξη αυτή κατανέμει τις μεγάλες μάζες σε όλο το μήκος του αυτοκινήτου και βοηθά στην επίτευξη ισορροπημένης κατανομής βάρους εμπρός-πίσω, στην ιδανική περίπτωση κοντά στο πενήντα-πενήντα. Η καλή ζυγοστάθμιση, σε συνδυασμό με την απουσία κινητήριων δυνάμεων στους εμπρός τροχούς, χαρίζει στα πισωκίνητα την χαρακτηριστικά καθαρή αίσθηση στο τιμόνι.
Βασικό πλεονέκτημα είναι η εξάλειψη του torque steer, της τάσης ενός ισχυρού προσθιοκίνητου να τραβά το τιμόνι στο δυνατό γκάζι. Επειδή οι εμπρός τροχοί δεν μεταδίδουν καθόλου κίνηση, η διεύθυνση παραμένει καθαρή και ανεπηρέαστη, όση ισχύς κι αν ασκείται. Η πίσω κίνηση αξιοποιεί επίσης την ισχύ αποτελεσματικότερα: στην επιτάχυνση, το βάρος μεταφέρεται προς τα πίσω, πάνω στους κινητήριους τροχούς, πιέζοντάς τους πιο σφιχτά στο οδόστρωμα και βελτιώνοντας την πρόσφυσή τους ακριβώς τη στιγμή που χρειάζεται περισσότερο. Γι' αυτό τα ισχυρά σπορ αυτοκίνητα, οι μεγάλες σεντάν και πολλά οχήματα επιδόσεων χρησιμοποιούν αυτή τη διάταξη, και γι' αυτό ταιριάζει στη ρυμούλκηση και στα βαριά φορτία, τα οποία προσθέτουν βάρος πάνω από τον κινητήριο πίσω άξονα.
Η διάταξη έχει και μειονεκτήματα. Με τους κινητήριους τροχούς πίσω και, στα αυτοκίνητα με εμπρός κινητήρα, λιγότερο στατικό βάρος πάνω τους, η πρόσφυση στο χιόνι και στον πάγο μπορεί να είναι χειρότερη απ' ό,τι στην προσθιοκίνηση, όπου η μάζα του κινητήρα κάθεται ακριβώς πάνω από τους κινητήριους τροχούς. Τα πισωκίνητα είναι επίσης επιρρεπή στην υπερστροφή, όταν τα πίσω ελαστικά χάνουν την πρόσφυση πριν από τα εμπρός και η ουρά γλιστρά προς τα έξω, ιδίως αν το γκάζι πατηθεί απότομα μέσα στη στροφή. Σε ικανά χέρια αυτό μπορεί να ελεγχθεί, ακόμη και να απολαύσει κανείς, αλλά απαιτεί μεγαλύτερη προσοχή από τον οδηγό· γι' αυτό τα σύγχρονα πισωκίνητα βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στο ηλεκτρονικό σύστημα ευστάθειας (ESP).
Η πίσω κίνηση έρχεται σε αντιδιαστολή με την προσθιοκίνηση, που είναι φθηνότερη, πιο αποδοτική σε χώρους και πιο σίγουρη στην καθημερινή οδήγηση, και με την τετρακίνηση, που συνδυάζει την πρόσφυση της κίνησης σε όλους τους τροχούς με μεγάλο μέρος της ισορροπίας μιας διάταξης με πίσω προσανατολισμό. Η επιλογή αντανακλά τις προτεραιότητες κάθε οχήματος: προσθιοκίνηση για εκμετάλλευση χώρων και οικονομία, πίσω κίνηση για οδηγική καθαρότητα και αξιοποίηση της ισχύος, τετρακίνηση για σιγουριά σε κάθε καιρό.
- Ο κινητήρας κινεί τους πίσω τροχούς· οι εμπρός μόνο κατευθύνουν
- Καλύτερη κατανομή βάρους και αίσθηση τιμονιού, χωρίς torque steer
- Αξιοποιεί καθαρά μεγάλη ισχύ — η επιλογή των αυτοκινήτων επιδόσεων
- Λιγότερη πρόσφυση στο χιόνι· τάση για υπερστροφή